Πανίδα Κυθήρων

Το νησί μοιάζει σαν να έχει ξεπροβάλει από την θάλασσα, με το ανάγλυφο περιμετρικά να είναι κρημνώδες, ενώ το εσωτερικό του είναι οροπέδιο. Τα Κύθηρα σε όλη τους την έκταση διατρέχονται από λαγκαδιές και ρεματιές με τρεχούμενα νερά, που στην πορεία τους κατηφορίζουν σε υπέροχες παραλίες περιμετρικά του νησιού. Παρότι δεν υπάρχουν μεγάλοι σε έκταση υγρότοποι, έχουν καταμετρηθεί τέσσερις υγροτοπικές περιοχές, οι οποίες παίζουν μεγάλο ρόλο όσον αφορά την πανίδα και ειδικότερα την ορνιθοπανίδα, σαν ενδιάμεσος σταθμός ξεκούρασης και τροφής πολλών μεταναστευτικών πουλιών, σε έναν από τους σημαντικότερους διαδρόμους μετανάστευσης.

Μόνιμα πτηνά των Κυθήρων

Το νησιωτικό σύμπλεγμα Κυθήρων και Αντικυθήρων λόγω της γεωγραφικής τους θέσης αποτελούν τον ενδιάμεσο σταθμό, ουσιαστικά την γέφυρα ανάμεσα στην Πελοπόννησο και την Κρήτη στην πορεία τους προς την βόρεια Αφρική, αναζητώντας θερμότερα κλίματα κατά την περίοδο του χειμώνα. Στο νησί κατά την περίοδο της μετανάστευσης έχουν παρατηρηθεί πάνω από 200 είδη αποδημητικών πτηνών, ενώ διαμένουν μόνιμα πάνω από 20 είδη.
Μερικά από τα μεταναστευτικά είναι ο τσαλαπετεινός, η ασπροκώλα, ο κεφαλάς (Lanius), ο κίρκος (circus), ο τσίφτης (milvus migrans), ο αετός (Aquila), ο πετρίτης (Falco Pelegrinus), η μπεκάτσα (Scolopax rusticola), η τσίχλα (Turdus philomelos), το ορτύκι (Coturnix coturnix), η σαρσέλα (Anas querquedula), το τρυγόνι (streptopelia turtur), το χελιδόνι (Hirundo rustica), η σουσουράδα (Motacilla), ο συκοφάγος (Oriolus oriolus).

Σπουργίτης κυθηρα

Σπουργίτης

Πρόκειται για κοινωνικό πουλί, και μερικά είδη του σχετίζονται με τον άνθρωπο, αν και είναι δύσκολο να διατηρηθεί ως κατοικίδιο. Φτιάχνει φωλιές που τις χαρακτηρίζει η προχειρότητα, συνήθως φωλιάζει σε κοιλότητες, δέντρα ή θάμνους. Το συναντάμε στις πόλεις αλλά και στην ύπαιθρο, και τρέφεται κατά βάση με σπόρους και μικρά έντομα. Είναι μικρόσωμα γκριζωπά ή καφετιά πουλιά με μικρές ουρές, στρογγυλεμένα φτερά, γερά σώματα, μεγάλο κεφάλι και κωνικά ράμφη. Το μέγεθός τους κυμαίνεται από 12 –17 εκατοστά και βάρος γύρω στα 40 γραμμάρια. Είναι θορυβώδη και ζουν σε σμήνη.
Το σπουργίτι θεωρείται δείκτης βιοποικιλότητας στο περιβάλλον, και η ανησυχητική μείωση του πληθυσμού του κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Σ’ αυτό έχει συντελέσει η αύξηση της γεωργίας και η αστικοποίηση του περιβάλλοντος περιορίζοντας σημαντικά τα μέρη εύρεσης τροφής και καταφυγίου για τα πουλιά.

Καρδερίνα

Καρδερίνα

Είναι στρουθιόμορφο πτηνό, του γένους Carduelis και ανήκει στην οικογένεια των σπιζιδών. Είναι ωδικό πτηνό και ζει κατά σμήνη σε δάση και σε λιβάδια, όπως επίσης σε κήπους και σε αγρούς Είναι αποδημητικό πουλί και το φθινόπωρο μεταναστεύει σε τόπους με πιο γλυκό κλίμα. Τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με σπόρους αγκαθιών και με σκουλήκια. Αξιοσημείωτη είναι η αλληλεγγύη και η αγάπη που τρέφουν τα πουλιά αυτά μεταξύ τους.
Το μήκος του πτηνού φθάνει τα 19 εκατοστά και υπάρχει μεγάλη ποικιλία σε χρωματικούς συνδυασμούς. Κυρίαρχα χρώματα είναι το κίτρινο, το κόκκινο και το μαύρο. Το κεφάλι της έχει χρώμα κόκκινο και σε αυτό το χαρακτηριστικό οφείλεται η ονομασία “τουρκοπούλα” που της έδωσε ο λαός, επειδή το κόκκινο χρώμα στο κεφάλι της μοιάζει σαν το πτηνό να φορά φέσι.

Πετροπέρδικα κυθηρων

Πετροπέρδικα

Το όνομα του γένους προέρχεται από την Αρχαία Ελληνική alektoris που αναφερόταν σε οικόσιτα κοτόπουλα. Η ελληνική ονομασία οφείλεται στο γεγονός ότι ζει σε βραχώδεις περιοχές. Η πετροπέρδικα είναι ενδημικό επιδημητικό πτηνό της Ευρώπης, όπου εξαπλώνεται μόνο στις Άλπεις, τα Απέννινα, τη Σικελία και τα Βαλκάνια.
Η πετροπέρδικα πετά σπάνια αλλά γρήγορα και καλύτερα από άλλα Ορνιθόμορφα. Πετάει μόνο σε ανάγκη, χαμηλά με γρήγορα φτεροκοπήματα και αερογλιστρήματα με αλύγιστες φτερούγες. Η πετροπέρδικα στα Κύθηρα είναι επιδημητικό είδος, είναι κοινωνικό και ζει κατά οικογενειακές ομάδες 10-15 ατόμων ενώ κατά τη διάρκεια του χειμώνα μπορούν να συνενωθούν δύο οι περισσότερες τέτοιες ομάδες και να φτάσουν τα 40 άτομα.

Κοράκι

Κοράκι

Το κοράκι, ή κόρακας ή κλόκαρος (επιστ. ονομ.: Corvus corax) είναι σαρκοφάγο ξηροβατικό πτηνό της τάξης στρουθιόμορφα, μεγέθους όρνιθας (μήκος 56-69 εκατοστά) γεγονός που το κατατάσσει ως ένα από τα μεγαλύτερα μέλη της τάξης και φτάνει σε βάρος το ενάμισι κιλό. Έχει χαρακτηριστικό μαύρο πτέρωμα, με κόκκινες και γαλάζιες ανταύγειες, μαύρο ράμφος κωνοειδές και μαύρα πόδια, εξ ου και η έκφραση “μαύρος σαν το κοράκι”.
Κατασκευάζει τη φωλιά του σε κορυφές δένδρων, βουνών, σε απόκρημνα βράχια και σε απόκεντρους ψηλούς πύργους, από εκεί κατεβαίνει στην πεδιάδα για τροφή. Γενικά είναι παμφάγο και αδηφάγο πτηνό. Ο κόρακας εξημερώνεται πολύ εύκολα και μαθαίνει να συζεί με τον άνθρωπο σε μεγάλο βαθμό. Στην Αρχαιότητα και στα Κύθηρα οι αρχαίοι Έλληνες έτρεφαν ιδιαίτερη αγάπη στο πτηνό αυτό που το είχαν αφιερώσει στο θεό Απόλλωνα.

Κοτσύφι

Κοτσύφι

Το αρσενικό είναι ολόμαυρο, με εξαίρεση το κίτρινο ράμφος και τον κίτρινο δακτύλιο γύρω από τα μάτια, ενώ το ενήλικο θηλυκό και τα νεαρά πουλιά έχουν σκούρο καφέ φτέρωμα. Αυτό το είδος αναπαράγεται στους κήπους ή στα δάση, κατασκευάζοντας μία τακτοποιημένη, καλλυμένη με λάσπη και με σχήμα μπολ φωλιά.
Είναι παμφάγο, τρώγοντας μία μεγάλη ποικιλία από έντομα, γεωσκώληκες, καρπούς και φρούτα. Έχει μήκος 23 με 29 εκατοστά, μακριά ουρά και βάρος 80 με 120 γραμμάρια. Το αρσενικό έχει πολλά διαφορετικά μελωδικά καλέσματα. Μπορεί να γεννήσει έως και 5 φορές το χρόνο. Υπάρχουν πολλές λογοτεχνικές και πολιτιστικές αναφορές σχετικά με το είδος, συχνά σχετιζόμενες με το τραγούδι του.

Γερακίνα κυθηρα

Γερακίνα

Ημερόβιο αρπακτικό πτηνό, στην Ελλάδα και στα Κύθηρα είναι μόνιμος κάτοικος (επιδημητικός) και φωλιάζει σε σχετικά ικανοποιητικούς αριθμούς. Η γερακίνα κατοικεί κυρίως σε μικρά δάση με παρακείμενα ανοικτά τοπία όπως λιβάδια, θαμνότοπους και καλλιέργειες, για να μπορεί να αναζητά την τροφή της. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα μπορεί να βρεθεί σε υγρότοπους και βαλτώδεις περιοχές.
Η γερακίνα είναι ένα μεσαίου μεγέθους, στιβαρό αρπακτικό με εξαιρετικά ποικίλο χρωματισμό στο πτέρωμα που, κυμαίνεται από σχεδόν άσπρο μέχρι σχεδόν μαύρο, με όλους τους ενδιάμεσους συνδυασμούς. Η κύρια τροφή της γερακίνας είναι τα μικρά θηλαστικά και, στην Ευρώπη, κυρίως ποντίκια. Συλλαμβάνει επίσης πουλιά, ως επί το πλείστον μικρού μεγέθους, ερπετά (όπως σαύρες), σκουλήκια, νερόφιδα και αμφίβια, ως επί το πλείστον βατράχους και φρύνους.

Αιγαιόγλαρος κυθήρων

Αιγαιόγλαρος

Ο αιγαιόγλαρος είναι θαλάσσιο πελαγικό πτηνό της οικογένειας των Λαριδών, ένα από τα είδη γλάρων που απαντούν στον ελλαδικό χώρο. Ο αιγαιόγλαρος είναι το μοναδικό είδος γλάρου που αναπαράγεται αποκλειστικά στη Μεσόγειο. Οι κυριότερες αναπαραγωγικές αποικίες βρίσκονται στο Δέλτα του ποταμού Έβρου της Ισπανίας και στα νησιά Τσαφαρίνας, έξω από τις ακτές του ΒΑ Μαρόκου.
Ο αιγαιόγλαρος είναι είδος μερικώς μεταναστευτικό που, μετά την αναπαραγωγή, διασπείρεται ευρέως σε διάφορες ακτές της Μεσογείου. Σχεδόν όλα τα νεαρά άτομα και κάποιοι ενήλικες μεταναστεύουν μέσω του Γιβραλτάρ, από τον Ιούλιο μέχρι τον Οκτώβριο, με κορύφωση της αποδημίας τον Αύγουστο, για να διαχειμάσουν στις βορειοαφρικανικές ακτές. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, τα πτηνά συναθροίζονται κατά μεγάλα σμήνη.

Μαυροπετρίτης

Μαυροπετρίτης

Ένα κομψό αρπακτικό, με μακριές και λεπτές πτέρυγες, μακριά ουρά και αεροδυναμικό κορμό, δομές που εξυπηρετούν το σημαντικότερο στοιχείο της φυσιολογίας του, την ταχύτητα. Κάτω από τον οφθαλμό υπάρχει η χαρακτηριστική, σκούρα τριγωνική κηλίδα παρειάς των γερακιών. Το κήρωμα, οι ταρσοί και τα πόδια είναι λεμονοκίτρινα.
Ο μαυροπετρίτης στα Κύθηρα φωλιάζει δίπλα στη θάλασσα, στις απότομες ορθοπλαγιές νησιών ή παράκτιων ηπειρωτικών περιοχών, καθώς και σε επίπεδες ήσυχες νησίδες, με ασβεστολιθικό ή ηφαιστειακό γεωλογικό υπόβαθρο, με την προϋπόθεση να υπάρχουν σκιερές θέσεις για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας. Ο μαυροπετρίτης τρέφεται με μεγάλα έντομα όπως κολεόπτερα, ακρίδες, λιβελούλες, πεταλούδες, τζιτζίκια και ιπτάμενα μυρμήγκια, περιστασιακά με νυχτερίδες και σαύρες.

Γκιώνης Κύθηρα

Γκιώνης

Ο γκιώνης ανήκει στην οικογένεια των Γλαυκιδών και είναι ένα από τα μικρότερα είδη γλαύκας στην Ευρώπη. Ο γκιώνης έχει μήκος 19 περίπου εκατοστά, το φτέρωμά του είναι ανοιχτόχρωμο, καστανοκόκκινο προς γκρίζο, διάστικτο με τεφροκάστανες μικρές κηλίδες και σκωληκοειδείς γραμμώσεις, καθώς και υπόλευκες κηλίδες και μπαλώματα. Το χρώμα της ίριδάς του είναι κίτρινο.
Η φωνή του γκιώνη είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό άκουσμα των καλοκαιρινών νυχτών. Ο γκιώνης είναι αποκλειστικά νυκτόβιος και θερμόφιλος. Φωλιάζει σε τρύπες και κοιλότητες δένδρων ή εγκαταλειμμένες φωλιές άλλων πουλιών. Ζει και αναπαράγεται σε ανοιχτά δάση, οικισμούς, πάρκα, κοντά σε κατοικημένες περιοχές, φυτείες, κήπους κ.τ.λ. Τρέφεται κυρίως με έντομα, αλλά πολλές φορές θηρεύει και μικρά ερπετά και μικρά θηλαστικά και είναι ιδιαίτερα ωφέλιμος στη γεωργία.

Compare listings

Compare